Νέα επικίνδυνη κλιμάκωση σημειώθηκε στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ιράν, με τις αμερικανικές δυνάμεις να πλήττουν θέσεις στο στρατηγικής σημασίας νησί Λαράκ, στο στενό του Ορμούζ, και την Τεχεράνη να απαντά με πυραύλους και drones εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα απαντήσουν «δυνατά», ενώ το πετρέλαιο Brent ξεπέρασε τα 90 δολάρια το βαρέλι.
Νέα αμερικανικά πλήγματα στο στενό του Ορμούζ
Έπειτα από έναν μήνα σχετικής ηρεμίας, οι εχθροπραξίες ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν επανήλθαν στο προσκήνιο, με επίκεντρο το στενό του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.
Για πρώτη φορά από τα τέλη Ιουλίου, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι πραγματοποίησαν αεροπορικά πλήγματα εναντίον δύο εκτοξευτών πυραύλων στο νησί Λαράκ. Σύμφωνα με την αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM), οι ιρανικές δυνάμεις προετοιμάζονταν να εκτοξεύσουν πυραύλους που θα μετέφεραν θαλάσσιες νάρκες στο στενό.
Ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι από τα πλήγματα σκοτώθηκαν τρεις άνθρωποι και τραυματίστηκαν ακόμη επτά.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφικής θέσης του Λαράκ, καθώς το νησί βρίσκεται στην είσοδο μιας θαλάσσιας περιοχής από την οποία, πριν από την έναρξη του πολέμου, διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων φορτίων υδρογονανθράκων.
«Θα τους πλήξουμε δυνατά», προειδοποιεί ο Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε σε υψηλούς τόνους την απειλή στρατιωτικής απάντησης, καθώς η Ουάσιγκτον εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει την πίεση προς την Τεχεράνη.
«Θα υπάρξει ανταπόδοση» και «θα τους πλήξουμε δυνατά», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, σύμφωνα με το Fox News, προειδοποιώντας ουσιαστικά για νέα αμερικανικά πλήγματα σε περίπτωση περαιτέρω επιθέσεων.
Η ρητορική αυτή επαναφέρει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης στρατιωτικής κλιμάκωσης, καθώς οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διατηρούν ενεργά στρατιωτικά μέτωπα και να ανταλλάσσουν πλήγματα, παρά τις προσπάθειες που είχαν καταβληθεί τους προηγούμενους μήνες για αποκλιμάκωση.
Ιρανικά αντίποινα σε Ιορδανία και ΗΑΕ
Η Τεχεράνη απάντησε στα αμερικανικά πλήγματα με πυραυλικές επιθέσεις και επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον αμερικανικών εγκαταστάσεων στην Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι οι δυνάμεις της αναχαίτισαν οκτώ πυραύλους που εισήλθαν στον εναέριο χώρο της. Τα ΗΑΕ ανέφεραν ότι εντόπισαν μη επανδρωμένο εναέριο όχημα πάνω από τα χωρικά τους ύδατα και προειδοποίησαν για «επικίνδυνη κλιμάκωση».
Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν ότι κατέρριψαν δύο αμερικανικά drones πάνω από το στενό του Ορμούζ.
Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις προειδοποίησαν, μάλιστα, τις γειτονικές χώρες ότι θα μπορούσε να υπάρξει «πολύ πιο ισχυρή ανταπόδοση» εάν οι ΗΠΑ πραγματοποιήσουν νέες επιθέσεις από βάσεις ή εγκαταστάσεις που βρίσκονται στα εδάφη τους.
Ο Πεζεσκιάν δηλώνει ότι επιδιώκει συμφωνία
Την ώρα που η στρατιωτική ένταση αυξανόταν, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτό το διπλωματικό παράθυρο.
Ο Ιρανός πρόεδρος δήλωσε ότι η συνέχιση του πολέμου δεν είναι προς το συμφέρον ούτε του Ιράν ούτε οποιασδήποτε άλλης χώρας της περιοχής και υποστήριξε ότι εξακολουθεί να εργάζεται για την επίτευξη συμφωνίας.
Ο Πεζεσκιάν βρέθηκε στο Κιργιστάν για τη σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό του Πακιστάν Σαμπάζ Σαρίφ. Το Ισλαμαμπάντ έχει αναλάβει ρόλο μεσολαβητή στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης.
Στο περιθώριο της συνόδου αναμένονταν επίσης επαφές με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ και τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, γεγονός που προσδίδει ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση στις προσπάθειες αναζήτησης διεξόδου.
Στο επίκεντρο ξανά το στενό του Ορμούζ
Η κατάσταση στο στενό του Ορμούζ αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου για την παγκόσμια οικονομία.
Οι σποραδικές ανταλλαγές πυρών στην περιοχή δεν είχαν σταματήσει ακόμη και κατά την περίοδο της σχετικής ηρεμίας. Η θαλάσσια δίοδος παραμένει de facto κλειστή, μετά την απόφαση του Ιράν να περιορίσει τη διέλευση πλοίων από την έναρξη του πολέμου.
Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν επιβάλει αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια του Κόλπου και δηλώνουν ότι επιχειρούν να διασφαλίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορίου.
Η CENTCOM ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης στις διεθνείς οδούς ναυσιπλοΐας. Οι Φρουροί της Επανάστασης, ωστόσο, υποστήριξαν ότι ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο που επιχείρησε να διασχίσει το στενό «παρανόμως» προσέκρουσε σε δύο ναυτικές νάρκες. Η αμερικανική πλευρά απέρριψε τον ισχυρισμό ως παραπληροφόρηση.
Δεξαμενόπλοιο χτυπήθηκε με άγνωστα βλήματα
Την ίδια ώρα, η ένταση στη θαλάσσια περιοχή ενισχύθηκε από την ανακοίνωση της βρετανικής υπηρεσίας ενημέρωσης για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας (UKMTO) ότι δεξαμενόπλοιο χτυπήθηκε από τρία «άγνωστα βλήματα» ενώ διέσχιζε το στενό του Ορμούζ με κατεύθυνση προς την έξοδο.
Το περιστατικό εντείνει την ανησυχία για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων και δημιουργεί νέα δεδομένα για τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Μια παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας στο στενό θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις διεθνείς τιμές ενέργειας, αλλά και το κόστος μεταφοράς προϊόντων.
Το πετρέλαιο πάνω από τα 90 δολάρια
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα στην επανέναρξη των εχθροπραξιών. Οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν ανοδικά, με το Brent να ξεπερνά εκ νέου το όριο των 90 δολαρίων το βαρέλι.
Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής αναστάτωσης. Το ενδεχόμενο παρατεταμένων περιορισμών στη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο των τιμών, αυξάνοντας το κόστος ενέργειας και δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.
Για την Ουάσιγκτον, η διαχείριση του ενεργειακού κόστους αποκτά παράλληλα πολιτική σημασία, καθώς οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ πλησιάζουν και ο πόλεμος παραμένει ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στο αμερικανικό εκλογικό σώμα.
Οικονομικός πόλεμος αντί για νέα μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει τους τελευταίους μήνες μετατοπίσει το βάρος της πολιτικής της προς τον οικονομικό πόλεμο κατά της Τεχεράνης.
Οι κυρώσεις αποτελούν βασικό εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής, καθώς το Ιράν βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με ένα εκτεταμένο καθεστώς αμερικανικών και διεθνών περιορισμών.
«Θα συνεχίσουμε να ασκούμε πίεση» στην Τεχεράνη, δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, κατά την έναρξη σειράς συναντήσεων στις ΗΠΑ με υπουργούς Οικονομικών της G20.
Η επιλογή της οικονομικής πίεσης επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να διατηρεί υψηλό το κόστος για το Ιράν, χωρίς να οδηγείται κατ’ ανάγκη σε μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση.
Το διπλωματικό αδιέξοδο παραμένει
Παρά τις δηλώσεις περί αναζήτησης συμφωνίας, οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου παραμένουν σε αδιέξοδο.
Το λεγόμενο μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ, που είχαν υπογράψει οι δύο πλευρές στα μέσα Ιουνίου, κατέρρευσε πριν συμπληρωθεί ένας μήνας, επαναφέροντας τη στρατιωτική αντιπαράθεση στο προσκήνιο.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί υποστηρίζει ότι η διέξοδος είναι συγκεκριμένη: οι ΗΠΑ θα πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει κατά την υπογραφή της συμφωνίας.
Το ερώτημα πλέον είναι αν η νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα αποτελέσει ένα ακόμη επεισόδιο στον παρατεταμένο πόλεμο ή αν θα οδηγήσει σε ευρύτερη σύγκρουση, με το στενό του Ορμούζ να παραμένει το πιο ευάλωτο σημείο τόσο για την ασφάλεια της περιοχής όσο και για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.






