Το 2027 μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα. Τα 950 ευρώ, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν τον βασικό κυβερνητικό στόχο, φαίνεται πλέον να μετατρέπονται σε βάση για την επόμενη αύξηση, ενώ την ίδια περίοδο ενεργοποιείται σταδιακά και η επίδραση των νέων τριετιών.
Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι πόσο πάνω από τα 950 ευρώ μπορεί να κινηθεί ο κατώτατος μισθός και εάν η Ελλάδα μπορεί να δει για πρώτη φορά το ψυχολογικό όριο των 1.000 ευρώ.
Από τα 920 ευρώ στα 950, τα 970 ή ακόμη και τα 1.000 ευρώ
Από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός διαμορφώνεται στα 920 ευρώ μεικτά, μετά την αύξηση κατά 40 ευρώ από τα 880 ευρώ.
Η νέα πολιτική συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί. Η κυβερνητική δέσμευση ότι πριν από τις επόμενες εκλογές ο κατώτατος θα έχει ξεπεράσει τα 950 ευρώ δημιουργεί νέα δεδομένα και μετατρέπει τα 950 ευρώ από τελικό στόχο σε σημείο αναφοράς.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα, τα βασικά σενάρια για την επόμενη αύξηση είναι:
- 950 ευρώ: αύξηση 30 ευρώ ή 3,3%
- 970 ευρώ: αύξηση 50 ευρώ ή 5,4%
- 980 ευρώ: αύξηση 60 ευρώ ή 6,5%
- 1.000 ευρώ: αύξηση 80 ευρώ ή 8,7%
Το τελευταίο σενάριο έχει ασφαλώς και ισχυρό συμβολικό βάρος. Ένας τετραψήφιος κατώτατος μισθός θα αποτελούσε σημαντικό πολιτικό και επικοινωνιακό ορόσημο, αλλά η ουσία βρίσκεται στην πραγματική αγοραστική δύναμη που θα εξασφαλίζει.
Για έναν εργαζόμενο άνω των 30 ετών, χωρίς παιδιά, τα 920 ευρώ μεικτά αντιστοιχούν ενδεικτικά σε περίπου 772 ευρώ καθαρά. Στα 950 ευρώ τα καθαρά διαμορφώνονται περίπου στα 794 ευρώ, στα 970 ευρώ κοντά στα 808 ευρώ, ενώ στα 1.000 ευρώ προσεγγίζουν τα 829 ευρώ.
Οι ακριβείς καθαρές αποδοχές εξαρτώνται από την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση και τις κρατήσεις. Η εικόνα, ωστόσο, είναι σαφής: ακόμη και μια αύξηση 80 ευρώ στα μεικτά δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη αύξηση στην τσέπη. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η διαφορά από τα 920 στα 1.000 ευρώ είναι περίπου 57 ευρώ καθαρά τον μήνα.
Οι τριετίες αλλάζουν ξανά τον χάρτη των αποδοχών
Το 2027 έχει όμως και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα. Οι τριετίες, που παρέμεναν «παγωμένες» για σχεδόν 12 χρόνια, ξεπάγωσαν την 1η Ιανουαρίου 2024.
Αυτό σημαίνει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2027 αρχίζουν να συμπληρώνονται οι πρώτες νέες τριετίες για εργαζομένους που συγκεντρώνουν τον απαιτούμενο χρόνο προϋπηρεσίας μετά το ξεπάγωμα.
Για τους υπαλλήλους που αμείβονται με τον νομοθετημένο κατώτατο μισθό, κάθε τριετία αντιστοιχεί σε προσαύξηση 10%, με ανώτατο όριο τις τρεις τριετίες και συνολική προσαύξηση έως 30%.
Με τον σημερινό κατώτατο των 920 ευρώ, η εικόνα διαμορφώνεται ως εξής:
- χωρίς τριετία: 920 ευρώ
- μία τριετία: 1.012 ευρώ
- δύο τριετίες: 1.104 ευρώ
- τρεις τριετίες: 1.196 ευρώ
Εάν ο κατώτατος μισθός διαμορφωθεί στα 970 ευρώ, μία τριετία αντιστοιχεί σε επιπλέον 97 ευρώ, ανεβάζοντας τον μεικτό μισθό στα 1.067 ευρώ. Με δύο τριετίες φτάνει περίπου στα 1.164 ευρώ και με τρεις στα 1.261 ευρώ.
Στο σενάριο των 1.000 ευρώ, οι αποδοχές διαμορφώνονται αντίστοιχα στα 1.100 ευρώ με μία τριετία, στα 1.200 ευρώ με δύο και στα 1.300 ευρώ με τρεις.
Έτσι, η αύξηση του κατώτατου μισθού και η επαναφορά των τριετιών λειτουργούν ως δύο διαφορετικοί μηχανισμοί που μπορούν να αυξήσουν τις αποδοχές ενός σημαντικού τμήματος των εργαζομένων.
Το «1.000άρικο» παραμένει χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη
Το όριο των 1.000 ευρώ έχει ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, όμως η εικόνα αλλάζει όταν γίνεται η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ελλάδα καταβάλλει τον κατώτατο μισθό σε 14 μισθούς. Για να υπάρχει συγκρισιμότητα με τις χώρες που καταβάλλουν 12 μισθούς, η Eurostat αναγάγει τα ποσά σε ετήσια βάση.
Έτσι, τα σημερινά 920 ευρώ αντιστοιχούν περίπου σε 1.073 ευρώ σε δωδεκάμηνη βάση. Αν ο κατώτατος φτάσει στα 1.000 ευρώ, η αντίστοιχη αναγωγή θα τον φέρει περίπου στα 1.167 ευρώ.
Η απόσταση από τις χώρες με τους υψηλότερους κατώτατους μισθούς θα εξακολουθεί να είναι μεγάλη. Το Λουξεμβούργο βρίσκεται στην κορυφή με κατώτατο μισθό 2.771 ευρώ, ενώ σε αρκετές χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης οι κατώτατες αποδοχές ξεπερνούν τα 2.000 ευρώ.
Στον αντίποδα βρίσκεται η Βουλγαρία, με 620 ευρώ.
Η διαφορά ανάμεσα στον υψηλότερο και τον χαμηλότερο κατώτατο μισθό στην ΕΕ φτάνει έτσι περίπου το 4,5 προς 1 σε ονομαστικούς όρους.
Η αγοραστική δύναμη δίνει διαφορετική εικόνα
Η σύγκριση σε ευρώ, ωστόσο, δεν αποτυπώνει από μόνη της το πραγματικό επίπεδο διαβίωσης. Το κόστος ζωής διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα και γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία έχει η σύγκριση σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Με βάση τα στοιχεία σε PPS, η Γερμανία βρίσκεται στην κορυφή με περίπου 2.164 μονάδες, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στις 1.229.
Η διαφορά φτάνει τις 935 μονάδες. Με άλλα λόγια, ο ελληνικός κατώτατος αντιστοιχεί περίπου στο 57% της αγοραστικής δύναμης του γερμανικού.
Η εικόνα είναι σαφώς διαφορετική από εκείνη της ονομαστικής σύγκρισης. Η ψαλίδα ανάμεσα στον υψηλότερο και τον χαμηλότερο κατώτατο μισθό της ΕΕ περιορίζεται περίπου στο 2,3 προς 1 όταν λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο των τιμών.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η αύξηση στα 1.000 ευρώ θα έχει πραγματική αξία μόνο εφόσον συνοδεύεται από βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η συμπίεση ολόκληρης της μισθολογικής κλίμακας
Υπάρχει όμως μια ακόμη παράμετρος που συχνά χάνεται στη συζήτηση για τον κατώτατο μισθό.
Ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται πάνω από το 60% του διάμεσου ακαθάριστου μισθού, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία. Πρόκειται για αναλογία που κατατάσσει την Ελλάδα κοντά σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Πολωνία, η Γαλλία, η Σλοβενία, η Ρουμανία, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο.
Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει ένα βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας: ο κατώτατος παραμένει χαμηλός σε σχέση με τις πλουσιότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται σχετικά κοντά στον διάμεσο μισθό της ίδιας της χώρας.
Το πρόβλημα επομένως δεν αφορά μόνο το ύψος του κατώτατου. Αφορά τη συνολική συμπίεση των μισθών.
Εάν ο κατώτατος αυξάνεται σταθερά, ενώ οι μισθοί στις υψηλότερες βαθμίδες κινούνται με πολύ μικρότερους ρυθμούς, η μισθολογική απόσταση μεταξύ των εργαζομένων περιορίζεται. Ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς εργασίας συγκεντρώνεται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα αμοιβών.
Το μεγάλο στοίχημα μετά τα 950 ευρώ
Το 2027, επομένως, η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό θα έχει δύο επίπεδα.
Το πρώτο είναι ο αριθμός που θα ανακοινωθεί: 950, 970, 980 ή 1.000 ευρώ.
Το δεύτερο και σημαντικότερο είναι τι θα σημαίνει αυτός ο αριθμός για την πραγματική ζωή των εργαζομένων. Η αύξηση των μεικτών αποδοχών πρέπει να εξεταστεί σε συνδυασμό με τις φορολογικές και ασφαλιστικές κρατήσεις, τον πληθωρισμό, το κόστος στέγασης, την ενέργεια και τις υπόλοιπες βασικές δαπάνες.
Παράλληλα, οι τριετίες θα προσθέσουν μια νέα διάσταση, καθώς οι πρώτοι εργαζόμενοι θα αρχίσουν να αποκτούν εκ νέου δικαίωμα στις σχετικές προσαυξήσεις.
Το «1.000άρικο» μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό συμβολικό σταθμό. Η πραγματική πρόκληση, όμως, βρίσκεται πέρα από αυτόν: να αυξηθούν συνολικά οι μισθοί, να αποκατασταθεί η απόσταση ανάμεσα στον κατώτατο και στις μεσαίες αποδοχές και κυρίως να αποκτήσουν οι εργαζόμενοι μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Γιατί τελικά η επιτυχία μιας πολιτικής για τους μισθούς δεν θα κριθεί μόνο από το εάν ο κατώτατος θα γράψει τέσσερα ψηφία στο εκκαθαριστικό, αλλά από το πόσα περισσότερα μπορεί να αγοράσει με αυτά ο εργαζόμενος.






