Έξι μήνες μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ΗΠΑ και Ιράν παραμένουν παγιδευμένες σε έναν πόλεμο που καμία πλευρά δεν μπορεί να κερδίσει αποφασιστικά, αλλά και καμία δεν δείχνει έτοιμη να τερματίσει με σημαντικές υποχωρήσεις. Η Ουάσιγκτον αυξάνει την οικονομική πίεση, η Τεχεράνη διατηρεί δυνατότητες αντίδρασης και τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να αποτελούν το κρίσιμο σημείο της σύγκρουσης.
Η στρατηγική της Ουάσιγκτον αλλάζει
Οι αρχικοί υπολογισμοί των ΗΠΑ βασίζονταν στην εκτίμηση ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα σε αποφασιστικό αποτέλεσμα. Οι εξελίξεις, όμως, δεν επιβεβαίωσαν αυτή την προσδοκία.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να συνδυάσει στρατιωτικά πλήγματα με έναν ευρύ οικονομικό αποκλεισμό, με στόχο να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες του Ιράν και να το οδηγήσει ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν μια περιορισμένη ροή πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ, ώστε να αποτραπεί ένα νέο πετρελαϊκό σοκ και μια σοβαρότερη αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία.
Για τον Τζέισον Κάμπελ, το βασικό πρόβλημα παραμένει η απουσία ενός απολύτως ξεκάθαρου αμερικανικού στρατηγικού στόχου. Η κυβέρνηση Τραμπ καλείται να αποφασίσει ποιο αποτέλεσμα μπορεί να θεωρήσει επιτυχία και ποιες παραχωρήσεις είναι διατεθειμένη να κάνει για να το πετύχει.
Το πρόβλημα είναι ότι οι απαιτήσεις του Ιράν για μια συμφωνία μπορεί να είναι πολιτικά δυσβάστακτες για την Ουάσιγκτον.
Η Τεχεράνη δεν δείχνει έτοιμη να υποχωρήσει
Στην άλλη πλευρά, το Ιράν προετοιμάζεται για παρατεταμένη οικονομική πίεση και για τη συνέχιση των περιοδικών επιθέσεων. Η λογική της Τεχεράνης φαίνεται να είναι η διατήρηση της δυνατότητας απάντησης χωρίς να οδηγηθεί η σύγκρουση σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Οι νέες κυρώσεις αναμένεται να επιβαρύνουν περαιτέρω την ιρανική οικονομία, η οποία αντιμετώπιζε ήδη σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Ωστόσο, σύμφωνα με την Ανίσε Μπασίρι Ταμπρίζι, η οικονομική πίεση από μόνη της δεν είναι πιθανό να προκαλέσει άμεση αλλαγή στρατηγικής από την ιρανική ηγεσία.
Η Τεχεράνη αναζητεί διέξοδο, αλλά θέλει αυτή να προκύψει μέσα από διαπραγμάτευση και όχι ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Γι’ αυτό και επιδιώκει είτε την επιστροφή στους όρους του Μνημονίου Κατανόησης του Ιουνίου είτε μια νέα ουσιαστική παραχώρηση από την Ουάσιγκτον.
Το πολιτικό κόστος μιας υποχώρησης υπό αμερικανική πίεση είναι ιδιαίτερα υψηλό για την ιρανική ηγεσία.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν το μεγάλο όπλο
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται ένα κρίσιμο τμήμα του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας.
Παρά τις αμερικανικές επιχειρήσεις, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να δημιουργεί προβλήματα στη ναυσιπλοΐα. Αυτό προσφέρει στην Τεχεράνη ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, καθώς οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στην περιοχή θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές του πετρελαίου και ευρύτερα την παγκόσμια οικονομία.
Η Ουάσιγκτον έχει καταφέρει να διατηρήσει μια περιορισμένη διέλευση πλοίων, αποφεύγοντας μέχρι στιγμής τις χειρότερες οικονομικές συνέπειες. Όμως αυτό απέχει από τον αρχικό στόχο μιας γρήγορης και καθαρής στρατιωτικής επικράτησης.
Η λύση μπορεί να βρίσκεται στη συμφωνία του Ιουνίου
Ο πρώην Βρετανός πρέσβης στο Ιράν Νίκολας Χόπτον θεωρεί ότι η έξοδος από το αδιέξοδο βρίσκεται ήδη σε ένα κείμενο που έχουν αποδεχθεί οι δύο πλευρές.
Το Μνημόνιο Κατανόησης του Ιουνίου προέβλεπε μόνιμη κατάπαυση του πυρός μέσα σε 60 ημέρες και στη συνέχεια μια ευρύτερη συμφωνία. Η προθεσμία πέρασε χωρίς να υπάρξει το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Για τον Χόπτον, η επιστροφή στη συγκεκριμένη διαδικασία θα μπορούσε να προσφέρει στον Ντόναλντ Τραμπ έναν τρόπο να παρουσιάσει μια συμφωνία ως αμερικανική επιτυχία. Παράλληλα, θα μπορούσε να περιορίσει την επιρροή των σκληροπυρηνικών στο εσωτερικό του Ιράν και να δημιουργήσει εγγυήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.
Το ισχυρότερο κίνητρο για την Τεχεράνη θα ήταν η άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Ένα οικονομικό άνοιγμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, να επιφέρει σταδιακά πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές στο Ιράν.
Η επιστροφή στη διαπραγμάτευση είναι η δύσκολη επιλογή
Το πρόβλημα βρίσκεται πλέον στην πολιτική βούληση. Οι ΗΠΑ προσπαθούν να ενισχύσουν την πίεση προκειμένου να βελτιώσουν τη διαπραγματευτική τους θέση, ενώ το Ιράν επιχειρεί να αντέξει μέχρι να αποκτήσει λόγους να επιστρέψει στη διαδικασία.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα, η Ρωσία και άλλες χώρες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη δεν αναμένεται να στηρίξουν πλήρως τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις.
Έτσι, η σύγκρουση μπορεί να παραμείνει για μεγάλο διάστημα σε μια ενδιάμεση κατάσταση: περιοδικά στρατιωτικά πλήγματα, οικονομική πίεση, περιορισμένη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και συνεχείς προσπάθειες για μια διαπραγματευτική έξοδο.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον ποια πλευρά μπορεί να επιβάλει ολοκληρωτική ήττα στην άλλη. Είναι ποια πλευρά θα θεωρήσει πρώτη ότι μια συμφωνία, με αμοιβαίες παραχωρήσεις, είναι προτιμότερη από τη συνέχιση ενός πολέμου που ήδη έχει αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολος και μακροχρόνιος από όσο υπολόγιζαν οι αρχικοί σχεδιασμοί.






