Νέα αποκάλυψη Haaretz για Νετανιάχου: Τι γνώριζε πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου
Η νέα αποκάλυψη της Haaretz επαναφέρει στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο ερώτημα για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου: τι γνώριζε πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και, κυρίως, τι έκανε με τις προειδοποιήσεις που φέρεται να είχε λάβει.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου, καθώς αμφισβητεί ευθέως την εικόνα του Ισραηλινού πρωθυπουργού ως του πολιτικού που εγγυάται την ασφάλεια της χώρας.
Η προειδοποίηση από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Haaretz, που βασίζεται σε έρευνα των δημοσιογράφων Σλόμι Έλνταρ και Ρουθ Γιουβάλ για το βιβλίο τους «Όμηροι: 843 ημέρες εγκατάλειψης», ο πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ επικοινώνησε με τον Νετανιάχου δέκα ημέρες πριν από την επίθεση.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η συνομιλία διήρκεσε περίπου 45 λεπτά και ο ηγέτης των Εμιράτων προειδοποίησε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό ότι ο Γιαχία Σινουάρ προετοίμαζε μια μεγάλη επιχείρηση. Μίλησε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, για έναν «σεισμό» που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη αιματοχυσία, να αποσταθεροποιήσει την περιοχή και να απειλήσει ακόμη και τις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Το κρίσιμο στοιχείο της αποκάλυψης δεν είναι ότι ο Νετανιάχου γνώριζε την ακριβή ημέρα ή το επιχειρησιακό σχέδιο της επίθεσης. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία. Το ερώτημα είναι εάν δέχθηκε μια συγκεκριμένη προειδοποίηση και, παρά τη σοβαρότητά της, δεν ενημέρωσε την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ.
Η Haaretz υποστηρίζει ότι ο Νετανιάχου απάντησε πως το Ισραήλ ήταν προετοιμασμένο για κάθε ενδεχόμενο και πως μεγαλύτερη απειλή θεωρούσε τη Δυτική Όχθη και όχι τη Γάζα. Η στάση αυτή φέρεται να προκάλεσε την ανησυχία του προέδρου των Εμιράτων, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εξέφρασε τους προβληματισμούς του και στον τότε διευθυντή της CIA, Γουίλιαμ Μπερνς.
Η διάψευση και τα ερωτήματα
Το γραφείο του Νετανιάχου απέρριψε κατηγορηματικά την αποκάλυψη, χαρακτηρίζοντας το δημοσίευμα «απόλυτο ψέμα». Αρνήθηκε τόσο ότι πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη συνομιλία όσο και ότι ο πρωθυπουργός έλαβε τέτοια προειδοποίηση.
Η πλευρά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων δεν επιβεβαίωσε δημοσίως το περιεχόμενο της συνομιλίας. Επιβεβαίωσε, ωστόσο, ότι υπάρχει ανοικτή και απευθείας επικοινωνία μεταξύ των δύο χωρών και ότι οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν πληροφορίες όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Οι δημοσιογράφοι της Haaretz υποστηρίζουν από την πλευρά τους ότι διαθέτουν τρεις ανεξάρτητες πηγές, ηχογράφηση και έγγραφα που αφορούν την επικοινωνία.
Αυτό σημαίνει ότι η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως οριστικά αποδεδειγμένη. Ταυτόχρονα, όμως, η διάψευση της κυβέρνησης δεν απαντά στο ευρύτερο ερώτημα που βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της ισραηλινής πολιτικής ζωής: ποιος γνώριζε τι και πότε, πριν από τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του Ισραήλ.
Η αλυσίδα των προειδοποιήσεων
Η αποκάλυψη έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά προειδοποιήσεων που είχαν προηγηθεί της 7ης Οκτωβρίου και εκ των υστέρων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν στη διάθεσή τους, περισσότερο από έναν χρόνο πριν από την επίθεση, το σχέδιο «Τείχος της Ιεριχούς». Το περίπου 40 σελίδων έγγραφο περιέγραφε ένα σενάριο εισβολής της Χαμάς, εξουδετέρωσης συστημάτων επιτήρησης, παραβίασης του συνοριακού φράχτη και επιθέσεων σε στρατιωτικές βάσεις και ισραηλινές κοινότητες.
Το σχέδιο θεωρήθηκε υπερβολικά φιλόδοξο σε σχέση με τις δυνατότητες της Χαμάς και δεν αντιμετωπίστηκε ως άμεση επιχειρησιακή απειλή.
Παράλληλα, παρατηρήτριες που υπηρετούσαν στα σύνορα με τη Γάζα είχαν αναφέρει επανειλημμένα ασκήσεις, χρήση drones και προσπάθειες εξουδετέρωσης συστημάτων επιτήρησης. Οι αναφορές τους δεν αξιολογήθηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα.
Τρεις εβδομάδες πριν από την επίθεση, έκθεση της Μεραρχίας Γάζας προειδοποιούσε ακόμη και για σχέδιο απαγωγής εκατοντάδων ανθρώπων.
Το ίδιο το Shin Bet αναγνώρισε αργότερα σοβαρές δικές του αποτυχίες. Παράλληλα, επισήμανε και πολιτικές επιλογές που επέτρεψαν στη Χαμάς να ενισχυθεί, όπως η πολιτική του «ήρεμου μετώπου», η ροή χρημάτων από το Κατάρ και η πεποίθηση ότι η οργάνωση είχε ουσιαστικά αποτραπεί.
Η ευθύνη που παραμένει στο τραπέζι
Το μεγάλο πολιτικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο εάν υπήρχαν προειδοποιήσεις. Είναι εάν αυτές έφτασαν στην πολιτική ηγεσία και πώς αξιολογήθηκαν.
Οι στρατιωτικοί αρχηγοί ανέλαβαν μέρος της ευθύνης για την αποτυχία της 7ης Οκτωβρίου και αρκετοί παραιτήθηκαν. Ο Νετανιάχου, αντίθετα, απέφυγε να αναλάβει προσωπική ευθύνη για την καταστροφή και αντιστάθηκε στη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης κρατικής εξεταστικής επιτροπής.
Η διαμάχη για το ποιος θα διερευνήσει την υπόθεση έχει μετατραπεί έτσι σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά μέτωπα στο Ισραήλ. Οι οικογένειες των θυμάτων και μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης ζητούν πλήρη και ανεξάρτητη έρευνα, ώστε να αποσαφηνιστεί η αλυσίδα των αποφάσεων που οδήγησε στην κατάρρευση της ασφάλειας.
Το ερώτημα εάν ο Νετανιάχου γνώριζε και αγνόησε συγκεκριμένες πληροφορίες παραμένει διαφορετικό από την πολιτική ευθύνη που του αποδίδεται για το συνολικό σύστημα ασφαλείας. Για να απαντηθεί το πρώτο απαιτούνται στοιχεία και θεσμική έρευνα. Το δεύτερο αποτελεί ήδη κεντρικό ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ο πόλεμος και η πολιτική επιβίωση
Μετά την 7η Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου επένδυσε πολιτικά στην υπόσχεση της «ολοκληρωτικής νίκης». Ο πόλεμος στη Γάζα επεκτάθηκε, ακολούθησαν συγκρούσεις στον Λίβανο και με το Ιράν, ενώ το Ισραήλ πέτυχε σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες.
Ωστόσο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν οδήγησαν σε μια σταθερή πολιτική διευθέτηση. Η σύγκρουση παρέμεινε ανοικτή και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης έγινε μόνιμο στοιχείο της ισραηλινής πολιτικής ζωής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επικριτές του Νετανιάχου τον κατηγορούν ότι παρατείνει τον πόλεμο προκειμένου να διατηρήσει τον κυβερνητικό του συνασπισμό και να καθυστερήσει τη στιγμή της λογοδοσίας για την 7η Οκτωβρίου. Πρόκειται για πολιτική κατηγορία και όχι για δικαστικό πόρισμα, έχει όμως αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση.
Η πολιτική εικόνα του πρωθυπουργού έχει έτσι αλλάξει. Ο άνθρωπος που επί χρόνια παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον πλέον έμπειρο πολιτικό σε θέματα εθνικής ασφάλειας καλείται πλέον να απαντήσει για τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφάλειας που γνώρισε το Ισραήλ.
Η 7η Οκτωβρίου στην προεκλογική μάχη
Η νέα αποκάλυψη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν υποχώρηση της δύναμης του Λικούντ, ενώ το κόμμα Yashar του Γκάντι Άιζενκοτ εμφανίζεται σε ορισμένες μετρήσεις να ισοψηφεί ή και να προηγείται.
Πρόσφατη μέτρηση του Channel 12 έδινε στο Yashar 25 έδρες έναντι 21 του Λικούντ, ενώ δημοσκόπηση για τη Maariv είχε καταγράψει 26 έδρες για τον Άιζενκοτ και 20 για τον Νετανιάχου. Παράλληλα, ο κυβερνητικός συνασπισμός εμφανίζεται σε αρκετές μετρήσεις κάτω από το όριο των 61 εδρών που απαιτείται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο Άιζενκοτ έχει κατηγορήσει τον Νετανιάχου για προσωπική ευθύνη, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έχει επίσης αποδώσει στον σημερινό πρωθυπουργό άμεση πολιτική ευθύνη. Από την πλευρά του, ο ηγέτης των Δημοκρατών Γιαΐρ Γκολάν συμπύκνωσε την επίθεση σε μια φράση: «Ήξερες, αγνόησες, απέτυχες, φταις».
Στο στρατόπεδο του Νετανιάχου, η νέα αποκάλυψη αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία προσπάθεια της Haaretz και της αντιπολίτευσης να πλήξουν την κυβέρνηση. Το πρόβλημα για τον πρωθυπουργό είναι ότι η συζήτηση επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο: στην 7η Οκτωβρίου.
Η μάχη για τη λογοδοσία
Για τον Νετανιάχου, η προεκλογική μάχη θα ήταν πολιτικά ευκολότερη εάν επικεντρωνόταν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις διεθνείς αντιπαραθέσεις. Η νέα αποκάλυψη μεταφέρει όμως τη συζήτηση πίσω στον χρόνο, πριν από την επίθεση.
Το ερώτημα είναι πλέον εάν ο πρωθυπουργός είχε στα χέρια του πληροφορίες που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε διαφορετική αντιμετώπιση της απειλής.
Αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με πολιτικές δηλώσεις, ούτε με κυβερνητικές διαψεύσεις. Απαιτεί πλήρη έρευνα, πρόσβαση στα στοιχεία και λογοδοσία όλων όσοι είχαν θεσμική ευθύνη.
Η 7η Οκτωβρίου έχει ήδη αλλάξει την ισραηλινή κοινωνία, την ασφάλεια της χώρας και τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Τώρα απειλεί να αλλάξει και τον πολιτικό χάρτη του Ισραήλ.
Στις κάλπες της 27ης Οκτωβρίου, το ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια του Ισραήλ. Θα είναι και ποιος μπορεί να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πώς μια χώρα με έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς πληροφοριών στον κόσμο βρέθηκε απροετοίμαστη απέναντι σε μια επίθεση για την οποία, όπως προκύπτει πλέον από σειρά ερευνών, είχαν προηγηθεί προειδοποιήσεις.
Για τον Νετανιάχου, αυτή ίσως είναι η πιο δύσκολη προεκλογική ερώτηση. Και είναι μια ερώτηση από την οποία, αυτή τη φορά, δεν μπορεί να απομακρυνθεί εύκολα.






