Ο Αλέξης Τσίπρας έθεσε στη συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ τον βασικό πολιτικό στόχο της νέας του προσπάθειας: την εκλογική και στρατηγική ήττα της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παράλληλα, υπερασπίστηκε το αριστερό πρόσημο του προγράμματός του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κυβέρνησης συνεργασίας με τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης και παρουσίασε ένα σχέδιο που, όπως υποστήριξε, συνδυάζει παραγωγική ανασυγκρότηση, αναδιανομή πλούτου και δημοσιονομική πειθαρχία.
«Ο στόχος μου είναι να ηττηθούν στρατηγικά και εκλογικά»
Ο Αλέξης Τσίπρας ξεκαθάρισε ότι δεν επιστρέφει στην πολιτική με στόχο ένα συγκεκριμένο εκλογικό ποσοστό. Όπως είπε, η επιστροφή του συνδέεται με την ανάγκη να δημιουργηθεί προοπτική πολιτικής νίκης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
«Ο στόχος μου δεν είναι το 18%, το 17%, το 15% ή το 20%», ανέφερε, προσδιορίζοντας ως βασική επιδίωξη τη «στρατηγική και εκλογική ήττα» της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού στις επόμενες εκλογές.
Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει και τη βασική στρατηγική του νέου εγχειρήματος: να μην περιοριστεί σε ρόλο συμπληρωματικής δύναμης, αλλά να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Επιμένει στο αριστερό πρόσημο του προγράμματος
Ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ απέρριψε την κριτική ότι έχει μετακινηθεί προς το Κέντρο, υποστηρίζοντας ότι η ομιλία του στη ΔΕΘ ήταν η πιο αριστερή και τεκμηριωμένη από όσες έχει κάνει τα τελευταία 14 χρόνια.
Για τον ίδιο, το πολιτικό πρόσημο ενός προγράμματος δεν κρίνεται από την ταμπέλα του, αλλά από το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στην κοινωνία και την οικονομία. Συνέδεσε την Αριστερά με την αύξηση της παραγωγής και τη διανομή του παραγόμενου πλούτου, περιγράφοντας ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και κοινωνικής αναδιανομής.
Ιδιαίτερη θέση στο σχέδιο καταλαμβάνουν οι νέοι, με την πρόταση για τη δημιουργία ειδικού ταμείου νέων γενεών, το οποίο θα χρηματοδοτεί πολιτικές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Το στοίχημα της κοστολόγησης και της οικονομικής αξιοπιστίας
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε παράλληλα να δώσει απάντηση στην κριτική περί παροχολογίας. Υποστήριξε ότι το οικονομικό του πρόγραμμα είναι κοστολογημένο και ανακοίνωσε ότι προτίθεται να το καταθέσει στο Εθνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Στο μέτωπο της ακρίβειας επανέφερε προτάσεις για τα βασικά προϊόντα, παρατηρητήριο τιμών από το χωράφι έως το ράφι και πλαφόν στο περιθώριο κέρδους.
Παράλληλα, υπεραμύνθηκε της πρότασης για ειδική φορολόγηση του 1% των πλουσιότερων πολιτών, την οποία χαρακτήρισε «πατριωτική εισφορά», συνδέοντάς την με τη δημιουργία πόρων για τις επόμενες γενιές.
«Με το ΠΑΣΟΚ δεν είμαστε αντίπαλοι, είμαστε ανταγωνιστές»
Στο κρίσιμο ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών, ο Αλέξης Τσίπρας απέφυγε να προεξοφλήσει συγκεκριμένη συμφωνία με το ΠΑΣΟΚ ή άλλο κόμμα.
Δήλωσε ότι, εφόσον υπάρξει εκλογική εντολή, θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για σχηματισμό κυβέρνησης στη βάση της αλλαγής πολιτικής. Το κάλεσμα, όπως είπε, θα απευθυνθεί σε όλα τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης.
Ταυτόχρονα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο δεύτερων εκλογών, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελούν καταστροφή εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης.
Για το ΠΑΣΟΚ ήταν σαφής: «Δεν είμαστε αντίπαλοι, αλλά είμαστε ανταγωνιστές». Ως βασικό πολιτικό αντίπαλο εξακολουθεί να θεωρεί τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση για υποκλοπές και θεσμούς
Το θέμα των υποκλοπών αποτέλεσε ένα από τα πιο σκληρά σημεία της κριτικής του. Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για σοβαρό ζήτημα Δημοκρατίας και Κράτους Δικαίου και κατηγόρησε την κυβέρνηση για συγκάλυψη.
Υποστήριξε ότι μια νέα προοδευτική κυβέρνηση θα πρέπει να αφήσει τη Δικαιοσύνη να διερευνήσει την υπόθεση χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και να αποδώσει ευθύνες όπου αυτές προκύπτουν.
Παράλληλα, επέκρινε συνολικά το κυβερνητικό μοντέλο, υποστηρίζοντας ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε στη ΔΕΘ ένα πρόγραμμα μέτρων για να καλύψει το κενό της τετραετίας, χωρίς να παρουσιάσει ένα νέο πολιτικό όραμα για την επόμενη περίοδο.
Η εξωτερική πολιτική και η Τουρκία
Στα εθνικά θέματα ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε κριτική στη στρατηγική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι από μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική η Ελλάδα έχει περάσει σε μια περισσότερο μονοδιάστατη προσέγγιση.
Ειδικά για την Τουρκία υποστήριξε ότι η περίοδος των «ήρεμων νερών» θα έπρεπε να έχει αξιοποιηθεί για τη δημιουργία δεσμευτικού πλαισίου επίλυσης των διαφορών. Αναφέρθηκε επίσης στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο, στη συμφωνία για ΑΟΖ με τις όμορες χώρες και στην πόντιση του καλωδίου.
Για το Ισραήλ δήλωσε ότι θα επανεξέταζε τη σχέση της Ελλάδας όσο, κατά την εκτίμησή του, συνεχίζεται η παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
«Όλα από την αρχή» στη νέα πολιτική προσπάθεια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του στους πρώην βουλευτές και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε ότι οι πόρτες της νέας προσπάθειας παραμένουν ανοιχτές, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν θα δεχθεί βουλευτές από τον ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση κοινοβουλευτικής ομάδας.
Η νέα πολιτική προσπάθεια, όπως την περιέγραψε, θα αποκτήσει κοινοβουλευτική ομάδα μέσω της κάλπης. Όσοι συμμετάσχουν θα ενταχθούν επί ίσοις όροις, χωρίς προνομιακή μεταχείριση λόγω προηγούμενης παρουσίας στον ΣΥΡΙΖΑ.
Διαφάνεια στα οικονομικά της νέας προσπάθειας
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η δέσμευσή του για πλήρη δημοσιοποίηση των οικονομικών του νέου κόμματος. Όπως ανακοίνωσε, θα δημοσιοποιείται σε πραγματικό χρόνο η οικονομική ενίσχυση που θα εισρέει στον κομματικό λογαριασμό, ενώ προανήγγειλε και ηλεκτρονική εφαρμογή μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να παρακολουθούν τα οικονομικά στοιχεία.
Για τον Γιώργο Σιακαντάρη διευκρίνισε ότι αποτελεί διανοούμενο της σοσιαλδημοκρατίας που συνέβαλε στη διακήρυξη, αλλά δεν είναι στέλεχος της ΕΛΑΣ και δεν συμμετέχει σε κομματικό όργανο.
Η επιστροφή Τσίπρα και η μάχη για τον πολιτικό συσχετισμό
Η συνέντευξη στη ΔΕΘ είχε τελικά έναν σαφή πολιτικό άξονα. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να παρουσιάσει τη νέα του προσπάθεια ως κάτι περισσότερο από μια επιστροφή στην προηγούμενη πολιτική του διαδρομή.
Το σχέδιο που περιέγραψε στηρίζεται στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, στην αναδιανομή του πλούτου, στην αντιμετώπιση της ακρίβειας και σε μια πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική. Ταυτόχρονα, η πολιτική του στρατηγική παραμένει προσανατολισμένη στη συγκρότηση μιας νέας πλειοψηφίας που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας.
Το βασικό ζητούμενο για τον ίδιο είναι πλέον αν η νέα πολιτική πρόταση μπορεί να μετατρέψει τη δυναμική της επιστροφής του σε πραγματικό εκλογικό ρεύμα και να αλλάξει τους συσχετισμούς που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα των εκλογών.






