Η πανευρωπαϊκή έρευνα του Ινστιτούτου Οικονομίας της Κολωνίας (IW), ενός γνωστού και αναμφισβήτητα αξιόπιστου επιστημονικού φορέα, για τις κοινωνικές συνθήκες και τα επίπεδα φτώχειας, αποτελεί αναμφισβήτητα μια μεγάλη ρωγμή στην κρατούσα συλλογιστική για την εφαρμοζόμενη δημοσιονομική πολιτική στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε γενικότερα.
Την γνωστή συλλογιστική που εκπορεύεται από το Γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και έχει επιβληθεί με τη συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Οι περισσότεροι στάθηκαν στο “εύρημα” ότι μεταξύ του 2008 (μετανάστευση της κρίσης από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη) μέχρι το 2015 το ποσοστό φτώχειας στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 40%. Στοιχείο πολύ σημαντικό αλλά αναμενόμενο. Και, πάντως, μία μόνο ψηφίδα του ευρύτερου μωσαϊκού.
Υπάρχει, όμως, κάτι άλλο. Κάτι μεγαλύτερο, σοβαρότερο και αδυσώπητο.
Η ίδια έρευνα του Γερμανικού Ινστιτούτου επισημαίνει πως τα επίπεδα φτώχειας αυξήθηκαν κατά την ίδια περίοδο στις εξής χώρες:
Κύπρος, 28%
Ιρλανδία, 28%
Ιταλία, 11%
Ισπανία, 18%
[ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η πανευρωπαϊκή έρευνα για τη φτώχεια του ινστιτούτου Γερμανικής Οικονομίας IW δεν εξάγει τα συμπεράσματά της μόνο βάσει του εισοδήματος αλλά στη βάση ενός πολυπαραγοντικού δείκτη εμπνεύσεως του νομπελίστα οικονομολόγου Αμάρτια Σεν. Υπενθυμίζεται ότι στην ΕΕ όποιος αμείβεται με λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος απειλείται από τη φτώχεια. Σημαντικό ρόλο για τους ερευνητές στην Κολωνία έπαιξαν και άλλοι παράμετροι που σχετίζονται με βασικές υλικές ανάγκες, όπως η αδυναμία καταβολής ενοικίου, η αδυναμία να κάνει κάποιος διακοπές, ακόμα και η κατοχή αυτοκινήτου.]
Στο ίδιο “μπλοκ” χωρών που μαστίζονται από την φτώχεια εντάσσονται προφανώς και όλες οι βαλκανικές και ανατολικές χώρες (λιγότερο ή περισσότερο). Το γεγονός, βεβαίως, ότι χώρες όπως η Βουλγαρία ή η Πορτογαλία είχαν κατά την ίδια χρονική περίοδο μία μικρή μείωση της φτώχειας έχει να κάνει με το “σημείο εκκίνησης”. Η γειτονική Βουλγαρία, για παράδειγμα, ήταν μία πάμπτωχη χώρα, ο αργός αλλά σταδιακός εκσυγχρονισμός της οποίας καθιστά τους ανθρώπους λιγότερο πτωχούς επειδή είχαν ξεκινήσει από το μηδέν, ήτοι την σχεδόν απόλυτη φτώχεια σε σύγκριση με τους οικονομικούς ευρωπαϊκούς δείκτες. Εως ένα βαθμό συμβαίνει το ίδιο και με την Πορτογαλία που ήταν η φτωχότερη χώρα της Ευρωζώνης.
Παρατηρώντας, λοιπόν, κανείς τα ποσοστά αύξησης της φτώχειας και τις χώρες στις οποίες εντοπίζονται αντιλαμβάνεται το εξής απλό:
- Σε όλες τις χώρες όπου εφαρμόστηκαν είτε μνημόνια, είτε σκληρές δημοσιονομικές πολιτικές (ύφεσης) εκτός τυπικών πλαισίων μνημονίων, η φτώχεια αυξήθηκε σημαντικά. Οι πολιτικές αυτές, δηλαδή, προκάλεσαν εσωτερική υποτίμηση και αφαίμαξη των οικογενειακών εισοδημάτων.
- Και επ΄ αυτού προκύπτει το “απλοϊκό” ερώτημα: Πως είναι δυνατόν να επαίρονται η “σχολή Σόϊμπλε” (ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, ηγεσίες βορείων χωρών, ESM, Eurogroup κ.ά) και φυσικά το ΔΝΤ ότι τα μνημόνια και οι μνημονιακές πολιτικές επέτυχαν και απέδωσαν όπου εφαρμόστηκαν όταν αποδεικνύεται ότι αυτές ακριβώς οι πολιτικές επέφεραν αύξηση της φτώχειας από 10 έως και 40%;
- Τι συνιστά επιτυχία ενός προγράμματος; Η πτωχοποίηση του πληθυσμού;
- Εάν λάβει, δε, κανείς υπόψη του το γεγονός ότι στα ίδια κράτη και κατά την ίδια χρονική περίοδο διαπιστώνεται μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους, το ερώτημα καθίσταται ακόμα περισσότερο ανεπίδεκτο λογικής απάντησης.
- Και κάτι ακόμα; σε αρκετές από αυτές τις χώρες (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία) που εφαρμόστηκαν μνημόνια ή μνημονιακές πολιτικές και μέχρι πρότινος προβάλλονταν ως παραδείγματα “επιτυχίας”, το ΔΝΤ και η Κομισιόν επιστρέφουν για να ζητήσουν νέα δέσμη έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων διότι παρατηρείται εκτροχιασμός από τους στόχους.
Το συμπέρασμα είναι απλό: Τα μνημόνια εφαρμόστηκαν, προκάλεσαν άγρια πτωχοποίηση και, τελικά, φαίνεται ότι δεν πέτυχαν και ζητείται η ενίσχυση της θανατηφόρας δόσης.
Τα ίδια στοιχεία αποδεικνύουν και κάτι άλλο. Κατανοώ ότι δεν αρέσει στους ταυτιζόμενους με την “σχολή Σόϊμπλε” αλλά αποδεικνύεται ακόμα πως η Ελλάδα δεν αποτελεί “ειδική περίπτωση” και τον “κακό μαθητή” που λόγω του πολιτικού της συστήματος (αυτό το διαβάζει κανείς όπως προτιμά) σε μία Ευρωζώνη επιτυχημένων μνημονιακών προγραμμάτων. Μπορεί εδώ να καταγράφονται τα μεγαλύτερα ποσοστά αποτυχίας των προγραμμάτων αυτών αλλά φαίνεται πως αυτό οφείλεται τόσο στην σαθρή “αρχιτεκτονική” του εγχώριου μη- παραγωγικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης καθώς και στον βίαιο τρόπο που εφαρμόστηκαν τα πρόγράμματα.
Στο ερώτημα, λοιπόν, εάν είναι στραβός ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε εμείς (οι Έλληνες), φοβάμαι πως πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη πως ο γιαλός είναι…”διαβήτης”.
Εν κατακλείδι,
Η έρευνα αποδεικνύει, δυστυχώς, την ίδια τη δομική αδυναμία του ενιαίου νομίσματος. Διότι δεν είναι τυχαίο ότι οι χώρες στις οποίες καταγράφεται η μεγάλη αύξηση της φτώχειας βρίσκονται στον ευρωπαϊκό νότο και εκείνες στις οποίες η φτώχεια μειώνεται ακόμα και εν μέσω κρίσης βρίσκονται στον ευρωπαϊκό βορρά.
Στην πρώτη τριάδα, για παράδειγμα, με τη λιγότερη φτώχεια, βρίσκονται Νορβηγία, Ελβετία, Σουηδία και Φινλανδία, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης της φτώχειας την τελευταία οκταετία καταγράφηκε στην Πολωνία με 31% (αυτό έχει επίσης να κάνει με τη “βάση εκκίνησης” που λέγαμε αλλά και με το γεγονός ότι είναι χώρα προσδεδεμένη οικονομικά στο γερμανικό άρμα αλλά και με μία διόλου ασήμαντη παραγωγική βάση).
Σεραφείμ Κοτρώτσος
